Ποιες δουλειές θα επιβιώσουν την εποχή των ρομπότ;

Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017 15:55

Τέσσερα χρόνια μετά από το επίσημο τέλος της Μεγάλης Ύφεσης,

η παραγωγικότητα των Αμερικανών εργαζομένων – όσων έχουν την τύχη να έχουν μια δουλειά – έχει αυξηθεί. Αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής εξακολουθούν να έχουν δύο εκατομμύρια λιγότερες θέσεις εργασίας από ό,τι είχαν πριν από την ύφεση, το ποσοστό ανεργίας έχει σταθεροποιηθεί σε επίπεδα που είχαν να σημειωθούν από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, και το ποσοστό των ενηλίκων που εργάζονται είναι τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες λιγότερο από το αποκορύφωμά του το 2000.

Κινδυνεύουμε  να χάσουμε τον «αγώνα ενάντια στη μηχανή», όπως υποστηρίζουν σε ένα πρόσφατο βιβλίο οι μελετητές του ΜΙΤ, Erik Brynjolfsson και Andrew McAfee;
Γινόμαστε σκλάβοι στους «αφέντες μας τα ρομπότ», όπως προειδοποίησε ο δημοσιογράφος Kevin Drum στο Mother Jones;
Μας  απειλούν οι «έξυπνες μηχανές»  με «μακροπρόθεσμη δυστυχία», όπως οι οικονομολόγοι Jeffrey D. Sachs και Laurence J. Kotlikoff  προφήτευσαν  στις αρχές του χρόνου;
Έχουμε φτάσει στο «τέλος της εργασίας», όπως θρηνεί ο Noah Smith στο The Atlantic;

Φυσικά το άγχος, ακόμη και η υστερία για τις αρνητικές επιπτώσεις της τεχνολογικής αλλαγής στην απασχόληση, δεν είναι κάτι καινούργιο. Στις αρχές του 19ου αιώνα, οι τεχνίτες μιας αγγλικής κλωστοϋφαντουργίας που αποκαλούνταν Λουδίτες, οργάνωσαν εξέγερση ενάντια στις μηχανές.

 
Οι οικονομολόγοι έχουν ιστορικά απορρίψει αυτό που λέμε την πλάνη της «κατ’ αποκοπή εργασίας»: η υπόθεση ότι η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, μειώνει αναπόφευκτα την απασχόληση, επειδή υπάρχει μόνο ένα πεπερασμένο ποσό δουλειάς που μπορούμε να κάνουμε. Ενώ φαντάζει ελκυστική αυτή η άποψη, είναι αποδεδειγμένα ψευδής. Για παράδειγμα, το 1900, το 41% του εργατικού δυναμικού των Ηνωμένων Πολιτειών απασχολούνταν στη γεωργία. Μέχρι το 2000, το ποσοστό αυτό είχε πέσει στο 2%, αφού η Πράσινη Επανάσταση άλλαξε τις αποδόσεις των καλλιεργειών. Όμως η αναλογία  απασχόλησης ως προς τον πληθυσμό αυξήθηκε κατά τον 20ο αιώνα, καθώς οι γυναίκες βγήκαν από το σπίτι στην αγορά εργασίας, ενώ το ποσοστό ανεργίας δεν αυξήθηκε.

Η τεχνολογική πρόοδος εκτοπίζει εργαζομένους που εκτελούν συγκεκριμένα καθήκοντα – άλλωστε από εκεί  προέρχονται τα κέρδη της παραγωγικότητας – αλλά μακροπρόθεσμα δημιουργεί νέα προϊόντα και υπηρεσίες που αυξάνουν το εθνικό εισόδημα και τη συνολική ζήτηση για εργατικό δυναμικό. Το 1900, κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει ότι έναν αιώνα αργότερα, η υγειονομική περίθαλψη, ο χρηματοοικονομικός τομέας, η τεχνολογία πληροφοριών, τα ηλεκτρονικά είδη ευρείας κατανάλωσης, ο τουρισμός, η αναψυχή και η ψυχαγωγία θα μπορούσαν να απασχολούν πολύ περισσότερους εργαζόμενους σε σχέση με τη γεωργία. Φυσικά, καθώς οι κοινωνίες αναπτύσσονται με περισσότερη ευημερία, οι πολίτες επιλέγουν συχνά να εργάζονται λιγότερες ημέρες, να κάνουν περισσότερες διακοπές και να συνταξιοδοτούνται νωρίτερα – αλλά αυτό επίσης είναι πρόοδος.

Εφόσον λοιπόν, οι τεχνολογικές εξελίξεις δεν απειλούν την απασχόληση, αυτό σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν από τις «έξυπνες μηχανές»; Στην πραγματικότητα δεν είναι ακριβώς έτσι– και εδώ είναι που οι Λουδίτες είχαν κάποιο δίκιο. Αν και πολλοί Βρετανοί του 19ου αιώνα επωφελήθηκαν από την εισαγωγή των νεότερων και καλύτερα αυτοματοποιημένων αργαλειών – ανειδίκευτοι εργάτες προσλήφθηκαν για να λειτουργούν τους αργαλειούς και επιπλέον η όλο και μεγαλύτερη μεσαία τάξη μπορούσε πλέον να διαθέσει χρήματα για υφάσματα μαζικής παραγωγής- είναι αμφίβολο αν όλοι οι ειδικευμένοι εργάτες της κλωστοϋφαντουργίας ωφελήθηκαν.

Επιστρέφουμε στο παρόν. Η μεγάλη μείωση του κόστους της πληροφορικής από το 1970,  έχει δημιουργήσει τεράστιο κίνητρο στους εργοδότες για να αντικαταστήσουν τους εργαζόμενους με όλο και πιο φθηνούς και ικανούς υπολογιστές. Οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις που βιώνουμε καθημερινά, όταν κάνουμε check-in στα αεροδρόμια, παραγγέλνουμε βιβλία online, πληρώνουμε λογαριασμούς μέσω των ιστοσελίδων των τραπεζών ή συμβουλευόμαστε τα smartphones για να μας προτείνουν το δρομολόγιο ενώ οδηγούμε- έχουν αναζωπυρώσει το φόβο ότι οι εργαζόμενοι θα εκτοπιστούν από τα μηχανήματα. Αυτή τη φορά θα είναι διαφορετικά τα πράγματα;

Μια αφετηρία για τη συζήτηση είναι η παρατήρηση ότι παρότι οι υπολογιστές είναι πανταχού παρόντες, δεν μπορούν να κάνουν τα πάντα. Η ικανότητα ενός υπολογιστή να εκτελέσει ένα έργο γρήγορα και φτηνά, εξαρτάται από την ικανότητα ενός ανθρώπου προγραμματιστή να γράψει οδηγίες ή κανόνες που θα κατευθύνουν το μηχάνημα να λάβει τα σωστά βήματα σε κάθε έκτακτη ανάγκη. Οι υπολογιστές υπερέχουν σε συνηθισμένες εργασίες: οργάνωση, αποθήκευση, ανάκτηση και χειρισμός πληροφοριών, ή εκτέλεση κινήσεων με ακρίβεια στη διαδικασία παραγωγής. Αυτές οι εργασίες είναι πιο διαδεδομένες και εκτελούνται σε θέσεις εργασίας μέσων δεξιοτήτων, όπως η τήρηση βιβλίων, η εργασία γραφείου και η επαναλαμβανόμενη παραγωγή.

Λογικά, η μηχανοργάνωση έχει μειώσει τη ζήτηση για αυτές τις θέσεις εργασίας, αλλά έχει αυξήσει τη ζήτηση για τους εργαζόμενους που εκτελούν εργασίες «μη ρουτίνας» που συμπληρώνουν τις αυτοματοποιημένες δραστηριότητες. Τα καθήκοντα αυτά τυχαίνει να βρίσκονται στα αντίθετα άκρα της κατανομής επαγγελματικών δεξιοτήτων.

Στο ένα άκρο είναι τα καθήκοντα που απαιτούν επίλυση προβλημάτων, διαίσθηση,  πειθώ και δημιουργικότητα. Οι εργασίες αυτές είναι χαρακτηριστικές της επαγγελματικής, διοικητικής, τεχνικής και δημιουργικής απασχόλησης, όπως η νομική, η ιατρική,  η μηχανική, η διαφήμιση και ο σχεδιασμός. Οι άνθρωποι σε αυτές τις θέσεις εργασίας έχουν συνήθως υψηλά επίπεδα εκπαίδευσης και αναλυτική ικανότητα και επωφελούνται από τους υπολογιστές ώστε να τους διευκολύνουν στη μετάδοση, την οργάνωση και την επεξεργασία των πληροφοριών.

Στο άλλο άκρο είναι οι λεγόμενες χειρωνακτικές εργασίες, οι οποίες απαιτούν προσαρμοστικότητα, οπτική και γλωσσική αναγνώριση και προσωπική αλληλεπίδραση. Η προετοιμασία για ένα γεύμα, η οδήγηση ενός φορτηγού μέσα στην κίνηση της πόλης ή ο καθαρισμός ενός δωματίου ξενοδοχείου αποτελούν  δύσκολα προβλήματα  για τους υπολογιστές. Αλλά είναι εύκολα για τους ανθρώπους, καθώς απαιτούν κατά κύριο λόγο έμφυτες ικανότητες, όπως επιδεξιότητα, διορατικότητα και  αναγνώριση γλώσσας, καθώς και μεσαίου επιπέδου εκπαίδευση. Παρόλο που αυτοί οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να αντικατασταθούν από ρομπότ, οι δεξιότητές τους δεν είναι σπάνιες, με αποτέλεσμα να είναι συνήθως χαμηλόμισθοι.

Η πληροφορική έχει καλλιεργήσει ως εκ τούτου μία πόλωση της απασχόλησης, με την αύξηση των θέσεων εργασίας να συγκεντρώνεται τόσο στα υψηλότερα όσο και στα χαμηλότερα αμειβόμενα επαγγέλματα, ενώ οι θέσεις εργασίας έχουν μειωθεί στα μεσαία. Παραδόξως, τα συνολικά ποσοστά απασχόλησης έχουν παραμείνει σε μεγάλο βαθμό ανεπηρέαστα σε  μέρη που υποβάλλονται σε αυτή την ταχεία πόλωση. Αντίθετα, καθώς η απασχόληση σε εργασίες ρουτίνας έχει υποχωρήσει, η απασχόληση έχει αυξηθεί τόσο σε υψηλόμισθα διοικητικά, επαγγελματικά και τεχνικά επαγγέλματα όσο και σε χαμηλόμισθα επαγγέλματα παροχής προσωπικών υπηρεσιών.

Οπότε η πρόοδος της πληροφορικής δεν αφορά τη μείωση της ποσότητας των θέσεων εργασίας, αλλά την υποβάθμιση της ποιότητας των θέσεων εργασίας για ένα σημαντικό υποσύνολο των εργαζομένων. Η ζήτηση για υψηλού μορφωτικού επιπέδου εργαζόμενους που διαπρέπουν σε διανοητικά καθήκοντα είναι ισχυρή, αλλά η μέση αγορά εργασίας, όπου βρίσκονται οι συνήθεις εργασίες υψηλής έντασης, δεν έχει μεγάλη ζήτηση . Οι εργαζόμενοι χωρίς πανεπιστημιακή εκπαίδευση συνεπώς επικεντρώνονται σε εργασίες χειρωνακτικές εργασίες υψηλής έντασης – όπως οι υπηρεσίες τροφίμων, καθαρισμού και ασφάλειας – οι οποίες είναι πολλές, αλλά προσφέρουν χαμηλούς μισθούς, επισφαλή εργασιακή ασφάλεια και ελάχιστες προοπτικές για ανοδική κινητικότητα. Αυτός ο διχασμός στις ευκαιρίες  απασχόλησης έχει συμβάλει στην ιστορική αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας.

Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε τους εργαζόμενους να δαμάσουν το κύμα της τεχνολογικής αλλαγής, αντί να καταποντιστούν από αυτό; Μια συμβουλή είναι ότι οι πολίτες θα πρέπει να επενδύσουν περισσότερο στην εκπαίδευσή τους. Ωθούμενη από την αυξανόμενη ζήτηση για εργαζομένους που εκτελούν καθήκοντα διανοητικής εργασίας, η αμοιβή για τα πανεπιστημιακά και επαγγελματικά πτυχία έχει εκτοξευθεί. Παρά το μεγάλο κόστος, η τριτοβάθμια εκπαίδευση μάλλον ποτέ δεν αποτελούσε καλύτερη επένδυση. Αλλά αυτό απέχει πολύ από το να θεωρηθεί μια ολοκληρωμένη λύση στα προβλήματα της αγοράς. Δεν μπορούν όλοι οι απόφοιτοι Λυκείου να σπουδάσουν. Μόνο το 40% των Αμερικανών εγγράφονται σε ένα τετραετούς φοιτήσεως κολλέγιο μετά την αποφοίτησή τους από το λύκειο,και περισσότερο από το 30% των ατόμων που εγγράφονται δεν παίρνουν το πτυχίο τους εντός οκτώ ετών.

Όμως τα καλά νέα είναι ότι η μέση εκπαίδευση, οι μεσαία αμειβόμενες θέσεις εργασίας δεν προβλέπεται να εξαφανιστούν εντελώς. Ενώ πολλές θέσεις εργασίας μεσαίας δεξιότητας επηρεάζονται αρκετά από την αυτοματοποίηση, κάποιες άλλες απαιτούν ένα μείγμα καθηκόντων που χρειάζεται την ανθρώπινη προσαρμοστικότητα. Για να δοθεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, τα παραϊατρικά επαγγέλματα – τεχνικός ακτινολογίας, φλεβοτόμος, νοσοκόμα – είναι μια ταχέως αναπτυσσόμενη κατηγορία των σχετικά καλά αμειβομένων, μεσαίας ειδίκευσης επαγγελμάτων. Αν και αυτά τα επαγγέλματα δεν απαιτούν συνήθως ένα τετραετές πτυχίο κολεγίου, απαιτούν κάποια επιπλέον επαγγελματική κατάρτιση.

Αυτές οι θέσεις εργασίας μεσαίων δεξιοτήτων θα εξακολουθήσουν να υφίστανται, και ενδεχομένως να συνεχίσουν ν’ αναπτύσσονται, επειδή περιλαμβάνουν εργασίες που δεν μπορούν εύκολα να αποκοπούν χωρίς σημαντική μείωση της συνολικής ποιότητας. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, την απογοήτευση του να καλέσεις μια εταιρεία λογισμικού για τεχνική υποστήριξη και να ανακαλύψεις ότι ο τεχνικός δεν γνωρίζει τίποτα περισσότερο από τις τυποποιημένες απαντήσεις που εμφανίζονται στην οθόνη του υπολογιστή – δηλαδή, ο τεχνικός να είναι ένα «φερέφωνο» και όχι κάποιος που δίνει λύσεις. Αυτό δεν είναι γενικά μια παραγωγική μορφή της οργάνωσης της εργασίας, επειδή αδυνατεί να αξιοποιήσει την συμπληρωματικότητα μεταξύ τεχνικών και διαπροσωπικών δεξιοτήτων. Με απλά λόγια, η ποιότητα των υπηρεσιών σε οποιοδήποτε επάγγελμα θα βελτιωθεί όταν ένας εργαζόμενος συνδυάζει καθήκοντα ρουτίνας (τεχνική) και μη ρουτίνας (ευελιξία).

Ακολουθώντας αυτή τη λογική, προβλέπουμε ότι οι θέσεις εργασίας μεσαίων δεξιοτήτων που θα επιβιώσουν θα συνδυάζουν τεχνικά καθήκοντα ρουτίνας με την διανοητική και χειρωνακτική εργασία, στις οποίες οι εργαζόμενοι έχουν ένα συγκριτικό πλεονέκτημα – τη διαπροσωπική αλληλεπίδραση, την προσαρμοστικότητα και την επίλυση προβλημάτων. Μαζί με τα παραϊατρικά επαγγέλματα, η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει πολλές θέσεις εργασίας για όσους έχουν δεξιότητες στην επισκευή: υδραυλικοί, οικοδόμοι, ηλεκτρολόγοι, μηχανικοί εγκατάστασης συστημάτων εξαερισμού και κλιματισμού, τεχνικοί αυτοκινήτων, εκπρόσωποι εξυπηρέτησης πελατών, ακόμα και υπάλληλοι που θα χρειάζεται να κάνουν περισσότερα πράγματα από το να δακτυλογραφούν και να αρχειοθετούν.

Οι προοπτικές για τους εργαζόμενους που δεν έχουν τελειώσει το πανεπιστήμιο είναι αβέβαιες, αλλά όχι χωρίς ελπίδα. Θα υπάρξουν ευκαιρίες απασχόλησης σε θέσεις εργασίας μέσης ειδίκευσης, αλλά όχι με τον παραδοσιακό τρόπο παραγωγής υπαλληλικών θέσεων του παρελθόντος. Αντίθετα, περιμένουμε να δούμε αύξηση της απασχόλησης στις τάξεις των «νέων τεχνιτών»: νοσοκόμες  και ιατρικούς βοηθούς, δασκάλους και καθηγητές σε όλα τα εκπαιδευτικά επίπεδα, σχεδιαστές κουζίνας, επόπτες κατασκευών και εξειδικευμένους τεχνίτες κάθε είδους, ειδικούς εμπειρογνώμονες και τεχνικούς υποστήριξης, φυσιοθεραπευτές, γυμναστές, προπονητές, οδηγούς κ.α.. Οι εργαζόμενοι αυτοί θα συνδυάζουν τις τεχνικές δεξιότητες με την διαπροσωπική αλληλεπίδραση, την ευελιξία και την προσαρμοστικότητα, ώστε να προσφέρουν υπηρεσίες που είναι μοναδικά ανθρώπινες.

(Xnews)

loading...
loading...