Αποκάλυψη: Mind Control και γλώσσα

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017 15:46

Πως ελεγχόμαστε με βάση ό,τι ακούμε και βλέπουμε


Η Κριτική Ανάλυση Λόγου -Critical discourse analysis(CDA)-είναι μία σύγχρονη διεπιστημονική προσέγγιση ανάλυσης της σχέσης της γλώσσας με την κοινωνία. O λόγος (discourse) στο πλαίσιο αυτό δεν ταυτίζεται απλώς με τη χρήση της γλώσσας, αλλά η ίδια η χρήση της γλώσσας εκλαμβάνεται ως κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική πρακτική, που διαμορφώνεται από τις κοινωνικές δομές και ταυτόχρονα τις συντηρεί ή τις μετασχηματίζει.

Οι οπαδοί αυτής της προσέγγισης πρεσβεύουν ότι συγκεκριμένα είδη κειμένων επιτελούν συγκεκριμένες κοινωνικές πράξεις με προβλέψιμα αποτελέσματα. Τα κείμενα αυτά, αποσκοπώντας στη διάχυση και επιβολή συγκεκριμένων απόψεων, διαμορφώνουν και ενεργοποιούν νοήματα και κοινωνικές σχέσεις.

Τελικά, ο κατάλληλος χειρισμός του προφορικού και του γραπτού λόγου συμβάλλει σημαντικά στη διατήρηση και τη νομιμοποίηση της κοινωνικής ανισότητας και της θεσμικής κυριαρχίας. Αυτό επιτυγχάνεται, διότι η γλώσσα συνδέεται αλληλεπιδραστικά με την κοινωνική δομή μέσα σε μία κοινωνία αέναης, πολυεπίπεδης και άδηλης ταξικής σύγκρουσης.

Η κριτική γλωσσολογία, δηλαδή, εστιάζει, όπως διεξοδικότερα αναφέρεται σε επόμενες παραγράφους, στην ιδεολογία όπως αυτή κωδικοποιείται στις γραμματικές, συντακτικές και λεκτικές επιλογές ή υπολανθάνει στις προϋποθέσεις και τα υπονοήματα που μοιράζονται πομπός και δέκτες ενός κειμένου και αποτελούν στοιχεία “ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ” για την πρόσληψη και κατανόησή του.

Η καθημερινή χρήση κάποιων τύπων και κειμένων τελικά γενικεύεται κι επικρατεί ως αντίληψη. Έτσι, οι επαναλαμβανόμενες απόψεις πάνω σε ένα θέμα φτάνουν να γενικεύονται και να καταλήγουν σε πιο σύνθετες κοινωνικές στάσεις.

Δεν είναι, όμως, η γλώσσα εκ φύσεως που έχει τη δύναμη. Γίνεται μέσο εξουσίας, όταν χρησιμοποιείται ως εργαλείο για συγκεκριμένους σκοπούς. Η γλώσσα, διαφορετικά, είναι το κύριο όργανο αναπαραγωγής της ιδεολογίας και το εργαλείο για να ασκηθεί εξουσία από κάποιες κοινωνικές τάξεις- ομάδες πάνω σε άλλες με συναινετικά μέσα, δια της πειθούς.

Για τον Norman Fairclough, έναν από τους εισηγητές της Κριτικής Ανάλυσης Λόγου, τα γλωσσικά φαινόμενα είναι κοινωνικά, αφού, όταν διαβάζουμε, ακούμε ή μιλάμε, προσδιοριζόμαστε κοινωνικά και επιδρούμε στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Ακόμη και όταν οι άνθρωποι θεωρούν τους εαυτούς τους αποκομμένους από τις κοινωνικές επιρροές – στην οικογένεια για παράδειγμα- εξακολουθούν να χρησιμοποιούν τη γλώσσα με τρόπους που διέπονται από κοινωνικές συμβάσεις.

Ταυτόχρονα, τα κοινωνικά φαινόμενα είναι γλωσσικά, από την άποψη ότι η γλωσσική δραστηριότητα είναι τμήμα των κοινωνικών διεργασιών και πρακτικών. Για παράδειγμα, οι διαμάχες για το νόημα πολιτικών εκφράσεων (δημοκρατία, τρομοκρατία κ.α.) θεωρούνται μερικές φορές ως προοίμιο ή συνέπεια των πραγματικών διεργασιών και πρακτικών της πολιτικής.

Η γλώσσα, συνεπώς, είναι μια μορφή κοινωνικής πρακτικής και μέσο επίδρασης στην κοινωνία. Γι’ αυτό την αναλύει ως συνεχή λόγο και όχι ως απλό κείμενο. Ως κείμενο εννοεί την καταγραφή των πραγματικών λέξεων που ανταλλάσσονται. Αυτό εμπεριέχεται στον συνεχή λόγο, που περιλαμβάνει επιπλέον τις διαδικασίες παραγωγής και ερμηνείας του κειμένου π.χ. η περίσταση επικοινωνίας, οι προθέσεις του ομιλητή, οι γνώσεις των συνομιλητών κ.λπ.

Τονίζει ο Fairclough ιδιαίτερα, ότι τα κείμενα αποκτούν σημασία μέσα από την ερμηνεία των αναγνωστών – ακροατών που εμπεριέχει την κοινωνική τους εμπειρία και την κοινωνική γνώση. Ακόμη σημασιοδοτούνται μέσα σε συγκεκριμένα κοινωνικά και αλληλεπιδραστικά συμφραζόμενα π.χ. άμεση περίσταση, θεσμικό πεδίο. Εισάγει, ακόμη, την έννοια «θέσεις υποκειμένου», για να δηλώσει τους συγκεκριμένους ρόλους που υποχρεωτικά αναλαμβάνουν οι συμμετέχοντες σε κάθε είδος λόγου.

Παράδειγμα: Στον λόγο της σχολικής τάξης αναγνωρίζουμε τον ρόλο του μαθητή και του δασκάλου. Ο μαθητής είναι ο δέκτης της γνώσης και το σχολείο με το δάσκαλο έχει τον έλεγχο στη θεμιτή και σημαντική γνώση, στο χρόνο και τον τρόπο πρόσληψής της, στη σειρά παροχής κ.λπ. Οι συμμετέχοντες στην καθημερινή επικοινωνία, υποδυόμενοι τον ρόλο τους, αναπαράγουν τη θεσμική σχέση δασκάλου-μαθητή. Η χρησιμοποίηση αυτής της γνώσης που διαθέτουν επιβάλλεται, για να κατανοήσουν τον λόγο και να εισαχθούν σ’ αυτόν, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα έτσι την ύπαρξή του.

Χρησιμοποιεί τον όρο «υποκείμενο», γιατί μπορεί να υποδηλώνει κάποιον που υπόκειται σε κάτι, π.χ. μια εξουσία, και συνεπώς ο ρόλος του διαμορφώνεται, αλλά και κάποιον που ενεργεί. Τα άτομα είναι παθητικά, διότι περιορίζονται να λειτουργούν μόνο σε προκαθορισμένες θέσεις υποκειμένου κατασκευασμένες από το λόγο.

Όμως, μόνο έτσι μπορούν να αναπτύξουν κοινωνική δράση, δηλαδή να υπάρξουν κοινωνικά. Η διέλευση αυτή του ανθρώπου από διάφορες θέσεις κοινωνικού υποκειμένου, κατά τη διάρκεια της ζωής του, οικοδομεί και την ταυτότητά του. Επομένως, τα υποκείμενα γίνονται σύνθετες προσωπικότητες και μπορούν πολυτρόπως να αποτελέσουν αντικείμενο εκμετάλλευσης από διάφορα κείμενα, ορθότερα από τους παραγωγούς τους.

https://www.youtube.com/watch?v=0NfgmXY5Ipc

Η Κ.Α.Λ. εμβαθύνει ιδιαίτερα στο μηχανισμό της αναπαραγωγής των κοινωνικών δομών μέσω του λόγου. Όπως ήδη ανέφερα, όταν οι άνθρωποι παράγουν – ερμηνεύουν ένα κείμενο, βασίζονται στα δεδομένα είδη λόγου και τις γνωστές δομές. Έτσι τις διατηρούν και τις αναπαράγουν μέσω του λόγου. Τα είδη λόγου ενσωματώνουν ιδεολογίες που νομιμοποιούν και διατηρούν τις υφιστάμενες σχέσεις κοινωνικής ανισότητας και ισχύος. Η ιδεολογία διατυπώνεται, αναπαράγεται και διαδίδεται μέσω της γλώσσας, άρα παίζει σημαντικό ρόλο στο πώς διανέμεται η ισχύς στην κοινωνία.

Η ιδεολογία, εκτενέστερα, εμπεριέχει συμβάσεις ως αποτέλεσμα της πάλης για ισχύ. Οι συμβάσεις υπαγορεύουν αξιώσεις κοινής λογικής και φυσικοποιημένες θέσεις υποκειμένου, που επιβάλλουν ασυνείδητους περιορισμούς στα άτομα κατά τη γλωσσική αλληλεπίδραση. Και αυτό, διότι το κυρίαρχο είδος λόγου έτσι χάνει την εμφανή του σχέση με κάποια ιδεολογία ή συμφέροντα και μετασχηματίζεται σε ευλογοφανή θεσμική πρακτική. Η ιδεολογία, δηλαδή, τελικά μεταμφιέζεται σε κοινή λογική.

Οι κοινωνικές δομές, επομένως, π.χ. οι θεσμοί, περιορίζουν συστηματικά τους ορίζοντες δράσης των προσώπων και τελικά τείνουν να υπηρετούν τα συμφέροντα των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων. Η εξουσία ασκείται από κάποιες κοινωνικές τάξεις-ομάδες πάνω σε άλλες με συναινετικά μέσα. Αντί να εξαναγκάζονται να ενεργούν αντίθετα προς το συμφέρον τους οι άνθρωποι το κάνουν εκουσίως με δράση της ιδεολογίας.

Παράδειγμα: Οι συμβάσεις για μια παραδοσιακή μορφή διαβούλευσης μεταξύ ιατρών και των ασθενών τους ενσωματώνουν αξιώσεις «κοινής λογικής» που αντιμετωπίζουν την εξουσία και την ιεραρχία ως φυσική – ο ιατρός γνωρίζει πολύ περισσότερα για την ιατρική από τον ασθενή. Ο ιατρός, δηλαδή, όχι ο ασθενής μπορεί να καθορίσει τη μέθοδο επίλυσης ενός ιατρικού ζητήματος. Επομένως είναι σωστό – ”φυσικό” ο ιατρός να αποφασίζει και να ελέγχει τη διαβούλευση και τη θεραπεία, ενώ ο ασθενής να συμμορφώνεται και να συνεργάζεται.

Επίσης, ανάλογα λειτουργεί και ο λόγος του εργασιακού χώρου μέσα από θέσεις υποκειμένου όπως του προϊσταμένου και του υφισταμένου ή του υπαλλήλου και του πελάτη. Αξιοσημείωτοι είναι ακόμη ο πολιτικός λόγος και ο λόγος των Μ.Μ.Ε αλλά και της «έβδομης τέχνης» (προκλητική κατάχρηση εντοπίζουμε στις χολιγουντιανές κινηματογραφικές παραγωγές) μέσω των οποίων επιτυγχάνονται κυριαρχικοί στόχοι και κατασκευάζονται, ενεργοποιούνται, αναπαράγονται και μετασχηματίζονται ιδεολογίες, κοινωνικές σχέσεις και ταυτότητες.

Το κρίσιμο σημείο είναι η δυνατότητα της ανεύρεσης τέτοιων ιδεολογικών υπόρρητων υπαγορεύσεων, αξιώσεων ενσωματωμένων στις μορφές γλώσσας που χρησιμοποιούνται. Η επίτευξη της αποκωδικοποίησης αυτής είναι αρχικό βήμα για την αποκάλυψη της κοινωνικής αλήθειας στον άνθρωπο.

Η κριτική ανάλυση λόγου καταφέρνει να δράσει αποδομητικά, αποδυναμώνοντας τις σχέσεις ισχύος στο λόγο, ή εποικοδομητικά, αναπτύσσοντας τις δεξιότητες των προσώπων να αντιμετωπίζουν κριτικά τον λόγο και να μπορούν να τον αναλύουν. Με την αξιοποίησή της ιδιαίτερα στην εκπαίδευση, οι μαθητές μπορούν να αποκτήσουν κριτική συνείδηση της γλώσσας και να εξασφαλίσουν ένα ζωτικό παράγοντα για την πνευματική τους αυτονομία.

 

(defence-point)

loading...
loading...